Νικολίνα Καρούλλα: Από την Κύπρο στην Ολλανδία, με οδηγό την τέχνη

20 Min Read

Η Νικολίνα Καρούλλα είναι μόλις 24 ετών, όμως μιλά για την τέχνη, τη ζωή και τις επιλογές της με μια ωριμότητα που εντυπωσιάζει.

Μεγάλωσε στη Λευκωσία, σε μια οικογένεια χωρίς καλλιτεχνικό υπόβαθρο, γνωρίζοντας ωστόσο από πολύ μικρή ηλικία ότι ήθελε να δημιουργεί. Στα 18 της άφησε την Κύπρο, μέσα στην αβεβαιότητα της πανδημίας, και μετακόμισε στην Ολλανδία για να σπουδάσει και να κυνηγήσει το όνειρο της.

Η πορεία της δεν ήταν ευθεία. Ξεκίνησε στον κλάδο του Fashion Textiles, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με έναν δρόμο που δεν την εξέφραζε πραγματικά. Ακολούθησε τις Καλές Τέχνες και, μέσα από αυτή την επιλογή, βρήκε σταδιακά τη δική της καλλιτεχνική φωνή.

Οι πρώτες δημιουργίες της ήταν εμπνευσμένες από την Αφροδίτη και την αρχαιολογία. Αργότερα, όμως, μια παλιά φωτογραφία του παππού της ως στρατιώτη, μια επίσκεψη στα κατεχόμενα και οι αφηγήσεις της οικογένειας της άλλαξαν για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντίκριζε την Κύπρο — και μαζί, την τέχνη της.

Σήμερα, χρησιμοποιεί τη ζωγραφική ως μέσο καταγραφής της οικογενειακής μνήμης, της προσφυγιάς, της απώλειας και της ταυτότητας. Τον Σεπτέμβριο ετοιμάζεται για την επόμενη έκθεση της στην Ολλανδία, ενώ όνειρο της είναι να παρουσιάσει τη δουλειά της τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.

Η Νικολίνα Καρούλλα μας συστήνεται μέσα από τη διαδρομή, τις μνήμες και τους καμβάδες της.

Αν έπρεπε να περιγράψεις τη Νικολίνα με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν και γιατί;

Συναισθηματική, αποφασιστική και αφοσιωμένη.

Είμαι συναισθηματική, επειδή έχω περάσει εμπειρίες που με διαμόρφωσαν και με έκαναν πιο ευαίσθητη. Είμαι αποφασιστική, γιατί παίρνω καθημερινά αποφάσεις και προσπαθώ να μένω πιστή σε αυτές. Σε έναν δύσκολο κόσμο, πιστεύω πως είναι σημαντικό να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας, να έχουμε πίστη στις δυνατότητες μας και να συνεχίζουμε να προχωράμε προς τους στόχους μας.

Παράλληλα, είμαι αφοσιωμένη στην καριέρα και στα όνειρα μου. Κοιτάζω μπροστά και δουλεύω με συνέπεια για να πετύχω όσα θέλω. Μέσα από την τέχνη μου εκφράζω ποια είμαι, τις αξίες μου και την αφοσίωση μου σε αυτό που αγαπώ.

Αυτά τα τρία χαρακτηριστικά είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μου και με κάνουν τη γυναίκα που είμαι σήμερα. Κάποιες φορές με καθοδηγούν και άλλες με πιέζουν, ανάλογα με τις περιστάσεις και τη φάση της ζωής στην οποία βρίσκομαι. Θα αποτελούν, όμως, πάντοτε μέρος της πορείας και του εαυτού μου.

Μεγάλωσες σε μια οικογένεια χωρίς καλλιτεχνικό υπόβαθρο. Πόσο δύσκολο ήταν να εξηγήσεις στους γονείς σου ότι η τέχνη δεν ήταν ένα χόμπι, αλλά ο δρόμος που ήθελες να ακολουθήσεις;

Ήταν πολύ δύσκολο να εξηγήσω ότι η τέχνη δεν ήταν απλώς ένα χόμπι, αλλά η πραγματική πορεία που ήθελα να ακολουθήσω στη ζωή μου. Ήμουν πολύ νέα και ακόμη προσπαθούσα να βρω τη φωνή και την αυτοπεποίθηση μου.

Γύρω μου άκουγα συχνά ότι έπρεπε να επιλέξω μια «σοβαρή» δουλειά και ότι η τέχνη δεν μπορούσε να προσφέρει ένα σταθερό μέλλον. Αυτές οι απόψεις δεν προέρχονταν από τους γονείς μου, αλλά από ανθρώπους γύρω μου, και με έκαναν να φοβάμαι ότι η επιλογή μου δεν θα ήταν αποδεκτή.

Θυμάμαι ακόμη το βράδυ που τους είπα ότι ήθελα να ξεκινήσω μαθήματα τέχνης. Ένιωθα τεράστια πίεση, σαν το μέλλον μου να κρινόταν από εκείνη τη συζήτηση. Η μητέρα μου με στήριξε αμέσως. Ο πατέρας μου χρειάστηκε λίγο περισσότερο χρόνο, όμως επειδή πάνω απ’ όλα ήθελε να με βλέπει ευτυχισμένη, στάθηκε κι εκείνος δίπλα μου.

Και οι δύο πήραν την απόφαση μου σοβαρά και με στήριξαν. Για πολύ καιρό φοβόμουν ότι οι επιλογές μου θα με χαρακτήριζαν αρνητικά, σε περίπτωση που δεν πετύχαινα. Σήμερα, όμως, νιώθω γαλήνη όταν κοιτάζω πίσω. Καταλαβαίνω ότι πολλοί από εκείνους τους φόβους δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα.

Αντίθετα, η οικογένεια μου είναι πλέον ανάμεσα στους μεγαλύτερους υποστηρικτές και θαυμαστές μου. Αυτό μου έδωσε τη δύναμη να συνεχίσω να πιστεύω στον εαυτό μου και να ακολουθώ τον δρόμο που αγαπώ πραγματικά.

Στα 18 σου πήρες τη γενναία απόφαση να αφήσεις την Κύπρο και να μετακομίσεις στην Ολλανδία. Τι σε φόβισε περισσότερο εκείνη τη στιγμή και τι σε κράτησε όρθια;

Στα 18 μου πήρα μία από τις πιο δύσκολες και μεγάλες αποφάσεις της ζωής μου. Άφησα το σπίτι και τη χώρα μου και μετακόμισα στην Ολλανδία, μέσα στην πανδημία του COVID-19, σε μια εποχή γεμάτη αβεβαιότητα και φόβο.

Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου ήταν η σκέψη ότι κάτι θα μπορούσε να συμβεί στην οικογένεια μου και εγώ να μην μπορούσα ούτε να τους δω ούτε να επιστρέψω στην Κύπρο.

Παρόλο που ήμουν μόλις 18 ετών και φοβόμουν, βαθιά μέσα μου γνώριζα ότι αυτή ήταν η σωστή απόφαση για το μέλλον μου. Η αποφασιστικότητά μου με βοήθησε να συνεχίσω, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Είχα επίσης την τύχη να έχω δίπλα μου τον σύντροφο μου και η αμοιβαία στήριξη μας ήταν αυτή που μας κράτησε όρθιους εκείνη την περίοδο.

Η Ολλανδία συμβόλιζε για εμένα μια καινούρια αρχή. Ήταν ένας τόπος όπου μπορούσα να χτίσω τη ζωή που ονειρευόμουν. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, δεν ξέρω αν θα είχα τη δύναμη να το ξανακάνω. Ήταν μία από τις πιο δύσκολες εμπειρίες της ζωής μου, αλλά συγχρόνως και μία από τις πιο θαρραλέες αποφάσεις που πήρα ποτέ.

Μου έμαθε ότι το θάρρος δεν είναι η απουσία φόβου, αλλά η συνέχιση του βήματος, ακόμη και όταν ο φόβος είναι παρών. Και μου θύμισε ότι οι μεγαλύτερες αποφάσεις της ζωής μας είναι συχνά εκείνες που μας δείχνουν ποιοι πραγματικά είμαστε.

Ξεκίνησες σπουδάζοντας Fashion Textiles και στη συνέχεια πήρες μια απόφαση που άλλαξε τη ζωή σου: να ακολουθήσεις τις Καλές Τέχνες. Πότε κατάλαβες ότι δεν μπορούσες να συμβιβαστείς με τίποτα λιγότερο από το πραγματικό σου όνειρο;

Ήταν το βράδυ μετά την τελευταία μου εξέταση στη Χημεία. Βγήκα από την αίθουσα γνωρίζοντας ότι δεν τα είχα καταφέρει. Έκλαιγα ασταμάτητα και τηλεφώνησα στη μητέρα μου λέγοντας της ότι δεν άντεχα άλλο.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα δεν ήταν μια αποτυχημένη εξέταση. Το πρόβλημα ήταν ότι προσπαθούσα να χτίσω τη ζωή μου ακολουθώντας έναν δρόμο που δεν ένιωθα πραγματικά δικό μου.

Της είπα ότι ακόμη κι αν κατάφερνα να ολοκληρώσω τις σπουδές μου στο Fashion and Textile Technologies, γνώριζα ότι δεν θα ήμουν ποτέ πραγματικά ευτυχισμένη. Αυτό που ήθελα βαθιά μέσα μου ήταν να ακολουθήσω την τέχνη. Ήθελα να αφιερώσω τη ζωή μου σε αυτό που αγαπώ και, όταν θα κοιτούσα πίσω, να μην αναρωτιόμουν «τι θα γινόταν αν».

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντηση του πατέρα μου. Μου είπε: «Φυσικά. Την τέχνη έπρεπε να ακολουθήσεις από την αρχή». Εκείνη η φράση άλλαξε τον τρόπο που έβλεπα τα πράγματα. Για πρώτη φορά ένιωσα ότι επέτρεπα στον εαυτό μου να ακούσει πραγματικά τη δική του φωνή.

Ταυτόχρονα, όμως, ένιωθα ανάμεικτα συναισθήματα. Ανακούφιση, αλλά και φόβο. Λυπόμουν που θα άφηνα τους φίλους που είχα γνωρίσει και αναρωτιόμουν αν θα ταίριαζα σε μια σχολή τέχνης. Αμφέβαλλα για τον εαυτό μου και φοβόμουν ότι ίσως να μην ήμουν αρκετά «καλλιτέχνιδα».

Παρ’ όλα αυτά, βαθιά μέσα μου γνώριζα ότι η τέχνη ήταν το όνειρο μου και ότι αυτός ήταν ο δρόμος που ήθελα πραγματικά να ακολουθήσω. Προτίμησα να προσπαθήσω και να αποτύχω παρά να ζήσω μια ζωή αναρωτώμενη τι θα είχε συμβεί αν δεν είχα ακολουθήσει την καρδιά μου.

Η απόφαση αυτή με μεγάλωσε. Μου έδωσε θάρρος, εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και ακόμη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους γονείς μου, επειδή κατάλαβα ότι πίστευαν σε εμένα περισσότερο απ’ όσο πίστευα εγώ η ίδια εκείνη την περίοδο.

Από τότε συνειδητοποίησα ότι η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι να ακολουθείς τον ασφαλέστερο δρόμο, αλλά να έχεις το θάρρος να επιλέγεις εκείνον που σε εκφράζει. Η δική μου πυξίδα αποδείχθηκε ότι είναι η καρδιά μου και όσα πραγματικά αγαπώ.

Μέχρι που είδες τη φωτογραφία του παππού σου ως στρατιώτη, η ιστορία της Κύπρου ήταν κάτι που γνώριζες. Εκείνη τη στιγμή, όμως, έγινε προσωπική. Τι ένιωσες όταν συνειδητοποίησες ότι αυτός ο πόνος ανήκε και στη δική σου οικογένεια;

Όταν είδα τη φωτογραφία του παππού μου ως στρατιώτη, ένιωσα ένα παράξενο και πολύ βαρύ συναίσθημα. Δεν ήταν ακριβώς φόβος, αλλά κάτι πάρα πολύ έντονο. Ήταν σαν να έβλεπα κάτι άγνωστο μέσα σε κάτι γνώριμο.

Κατάλαβα ξαφνικά ότι η οικογένεια μου είχε μια ιστορία που μέχρι τότε δεν είχα αντιληφθεί πραγματικά. Εκείνη τη στιγμή ο κόσμος γύρω μου άλλαξε. Όσα πίστευα για την οικογένεια μου έγιναν πιο σύνθετα, σαν να βρισκόμουν μπροστά σε μια πραγματικότητα που δεν ήταν τόσο απλή όσο νόμιζα.

Αυτό το σοκ με έκανε να νιώσω μικρή, αλλά παράλληλα μου άνοιξε τα μάτια σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμένα. Συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι που θεωρούσα πως γνώριζα τόσο καλά, έκρυβαν ιστορίες εντελώς άγνωστες για εμένα.

Ήταν σαν να ανακάλυπτα πόσο λίγα γνωρίζουμε πραγματικά για τους άλλους ανθρώπους, ακόμη και για εκείνους που βρίσκονται πιο κοντά μας. Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να δημιουργήσει μια αίσθηση απόστασης, αλλά συγχρόνως είναι και κάπως απελευθερωτική. Μας θυμίζει ότι οι άνθρωποι είναι πολύ πιο σύνθετοι απ’ όσο νομίζουμε.

Επισκέφθηκες τα κατεχόμενα και άκουσες ιστορίες που σημάδεψαν την οικογένεια σου. Υπήρξε κάποια αφήγηση που δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό σου και βρήκε τη θέση της στους πίνακες σου;

Οι ιστορίες που με σημάδεψαν περισσότερο ήταν εκείνες της οικογένειας μου.

Με συγκλόνισε το γεγονός ότι ο πατέρας μου θυμόταν ακόμη τους ήχους από τα αεροπλάνα και τα πυρομαχικά πάνω από το κεφάλι του, παρόλο που ήταν μόλις τριών ετών.

Με συγκίνησε βαθιά και η ιστορία της μητέρας και της γιαγιάς μου, οι οποίες έτρεχαν να βρουν καταφύγιο, χωρίς να γνωρίζουν αν ο παππούς μου ήταν ζωντανός. Δεν θα ξεχάσω επίσης την ιστορία του θείου μου, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του στην Αμμόχωστο και να ζήσει ως πρόσφυγας.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δημιούργησα έργα αφιερωμένα στους αγνοουμένους. Ήθελα, μέσα από την τέχνη μου, να θυμίσω ότι πίσω από κάθε αγνοούμενο υπάρχει μια οικογένεια που συνεχίζει να περιμένει, να ελπίζει και να θυμάται.

Ήθελα αυτοί οι άνθρωποι να νιώσουν ότι δεν είναι μόνοι και ότι οι ιστορίες τους αξίζουν να ακούγονται και να τιμώνται. Για εμένα, η τέχνη είναι ένας τρόπος να κρατώ ζωντανές αυτές τις μνήμες και να δίνω χώρο σε ιστορίες που δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστούν.

Στα έργα σου χρησιμοποιείς τις αναμνήσεις της οικογένειας σου για να μιλήσεις για τη μνήμη, την απώλεια και την ταυτότητα. Πώς μετατρέπεται μια τόσο προσωπική ιστορία σε ένα έργο που μπορεί να αγγίξει έναν άγνωστο άνθρωπο;

Όταν μιλώ για τις ιστορίες πίσω από τα έργα μου, δεν το κάνω για να περιγράψω κυριολεκτικά τα γεγονότα, αλλά για να δείξω από πού ξεκινά η έμπνευση: από ένα βίωμα, μια ανάμνηση ή ένα οικογενειακό θραύσμα.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο οι προσωπικές αυτές μνήμες μετατρέπονται σε μια μορφή που μπορεί να σταθεί μόνη της, χωρίς να χρειάζεται ο θεατής να γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη.

Όταν κάποιος θελήσει να μάθει τις λεπτομέρειες, μπορώ να τις μοιραστώ μαζί του. Το σημαντικό, όμως, είναι οι λεπτομέρειες αυτές να μετατρέπονται σε κάτι πιο καθολικό, σε κάτι που μπορεί να αγγίξει και άλλους ανθρώπους. Τα συναισθήματα πίσω από κάθε ιστορία είναι ανθρώπινα και κοινά.

Το πράσινο και το κόκκινο, οι ρευστές και οι πιο τραχιές υφές δεν αποτελούν απλώς αισθητικές επιλογές. Τι συμβολίζουν για εσένα;

Για εμένα, το πράσινο συμβολίζει τη μνήμη, τις ρίζες και μια ζεστή ευαισθησία που δεν είναι πάντοτε ανάλαφρη.

Το κόκκινο συμβολίζει τον πόνο, αλλά και το πάθος που συνδέεται με δύσκολες αναμνήσεις. Είναι η σφραγίδα των στιγμών που πονάνε, αλλά δεν φεύγουν.

Μαζί, τα δύο χρώματα σχηματίζουν τον δικό μου τρόπο αφήγησης. Εκφράζουν τη λεπτή ένταση ανάμεσα στο απαλό και το βαρύ, σαν να παλεύουν η τρυφερότητα και ο πόνος πάνω στον ίδιο καμβά.

Αναφέρεις ότι κάποιες φορές τυπώνεις τις αναμνήσεις πάνω σε φύλλα, δείχνοντας πώς ο χρόνος τις αλλοιώνει. Πιστεύεις ότι η μνήμη μας προστατεύει ή μας βαραίνει;

Η μνήμη στην αρχή μοιάζει με καταφύγιο. Κρατάμε αυτό που μπορούμε να αντέξουμε, το λειαίνουμε και το απλοποιούμε, ώστε να μη μας πληγώνει.

Με τα χρόνια, όμως, αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια πράγματα που δεν γνωρίζαμε ή που δεν θέλαμε να γνωρίζουμε. Και αυτό μπορεί να μας βαραίνει. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί και να μας στηρίξει.

Η μνήμη μας βοηθά να βλέπουμε πιο καθαρά, να δίνουμε νόημα σε όσα ζήσαμε και να στεκόμαστε διαφορετικά απέναντι τους. Έτσι, οι αναμνήσεις δεν λειτουργούν μόνο ως βάρος, αλλά και ως στοιχεία που διαμορφώνουν αυτό που είμαστε.

Η επόμενη έκθεση σου πλησιάζει. Τι θα ήθελες να πάρει μαζί του ο επισκέπτης φεύγοντας από τον χώρο;

Ο επισκέπτης μπορεί να φύγει χωρίς να κρατά τίποτα στα χέρια του, αλλά έχοντας πάρει μαζί του μια αίσθηση.

Ένα ήσυχο αποτύπωμα, σαν χρώμα που απλώθηκε ανεπαίσθητα και έμεινε. Δεν είναι απαραίτητο να μπορεί να το εξηγήσει ή να το ορίσει. Αρκεί να το αναγνωρίζει, να το βιώνει και να το κουβαλά διακριτικά και αθόρυβα.

Ίσως αυτή η εμπειρία να τον ακολουθήσει στην καθημερινότητά του. Ίσως να τον κάνει να παρατηρεί διαφορετικά το φως πάνω σε έναν τοίχο ή να στέκεται λίγο περισσότερο σε λεπτομέρειες που συνήθως προσπερνάμε.

Μια μικρή μετατόπιση της προσοχής, σαν να του ψιθυρίζει η ανάμνηση ότι το νόημα δεν κρύβεται πάντοτε στα μεγάλα γεγονότα, αλλά συχνά σε όσα θεωρούμε μικρά.

Αν μπορούσες να παρουσιάσεις την έκθεσή σου σε δύο χώρους της Κύπρου με ιδιαίτερο συμβολισμό, ποιους θα επέλεγες και γιατί;

Θα ήθελα να παρουσιάσω την έκθεση μου σε δύο τοποθεσίες που με αντιπροσωπεύουν βαθιά.

Η πρώτη είναι ο Μαχαιράς. Το άγαλμα του Γρηγόρη Αυξεντίου μου θυμίζει τη συλλογική μας ιστορία, το βάρος και τη μνήμη του τόπου.

Η δεύτερη είναι το εργαστήριο της γιαγιάς και του παππού μου. Είναι ένας πολύ προσωπικός χώρος, γεμάτος παιδικές αναμνήσεις και συναισθήματα.

Μαζί, αυτοί οι δύο χώροι ενώνουν το συλλογικό με το προσωπικό. Γίνονται ο καμβάς πάνω στον οποίο θα ήθελα να χτίσω την έκθεση μου.

Αν μπορούσες να μιλήσεις στη μικρή Νικολίνα, που στα οκτώ της χρόνια ζητούσε από τους γονείς της να την αφήσουν να κάνει μαθήματα τέχνης, τι θα της έλεγες σήμερα;

Θα της έλεγα ότι η ζωή θα έχει δύσκολες στιγμές και ότι δεν θα μπορεί πάντοτε να τις αποφύγει.

Θα της έλεγα, όμως, να μην τις φοβηθεί και να μην τις αφήσει να τη σταματήσουν. Να συνεχίσει να κοιτάζει μπροστά, να παραμένει αισιόδοξη και να βρίσκει δύναμη ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες εμπειρίες.

Κάθε δυσκολία θα συμβάλει στο να γίνει ο άνθρωπος και η καλλιτέχνιδα που είναι σήμερα. Θα της έλεγα να αφήνει τα όμορφα πράγματα να την καθοδηγούν και να θυμάται ότι για κάθε δύσκολη στιγμή υπάρχουν πολλές όμορφες στιγμές που αξίζει να ζήσει.

Η ελπίδα και η επιμονή είναι εκείνες που τελικά θα τη βοηθήσουν να συνεχίσει τον δρόμο της.

Υπάρχει ένας πίνακας που δεν θα πουλούσες ποτέ, όσο μεγάλη κι αν ήταν η προσφορά;

Νιώθω ότι κάθε έργο που πουλώ είναι σαν να αφήνω πίσω μου ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Το «Terminal Nostalgia», όμως, είναι ένας πίνακας που δεν θα πουλούσα ποτέ, ό,τι κι αν συνέβαινε. Το έργο συνδέεται άμεσα με όσα έζησα με τη γιαγιά μου και με τον τρόπο που οι αναμνήσεις μπορούν να επιστρέφουν με δύναμη προς το τέλος της ζωής.

Ενώ το σώμα της λύγιζε από την ασθένεια, οι αναμνήσεις της ήταν πιο ζωντανές από ποτέ. Αυτή η εμπειρία αποτέλεσε την αφετηρία για το «Terminal Nostalgia».

Ο πίνακας δεν απεικονίζει μόνο τη γιαγιά μου. Αποτελεί και μια προσπάθεια μου να φανταστώ πώς θα έβλεπα τις δικές μου αναμνήσεις στις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Είναι μια σκέψη πάνω στη μνήμη, στον χρόνο και στον κύκλο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Για αυτόν τον λόγο δεν θα μπορούσα ποτέ να τον πουλήσω, όσο μεγάλη κι αν ήταν η οικονομική προσφορά. Στις εκθέσεις μου του δίνω μια υπερβολικά υψηλή τιμή, επειδή στην πραγματικότητα θέλω να παραμείνει μαζί μου.

Είναι ένα έργο που κουβαλά ένα κομμάτι της οικογένειας μου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι το τέλος της ζωής και τη δύναμη της μνήμης.

Author

Magazino Team

Το Magazino & Go Team είναι η δημιουργική ομάδα πίσω από κάθε ιστορία, συνέντευξη και πρόταση που διαβάζετε. Με κοινό παρονομαστή το σύγχρονο lifestyle, αναδεικνύουμε πρόσωπα, ιδέες και τάσεις που αξίζει να γνωρίσετε.

Κινούμαστε με αισθητική, άποψη και αυθεντικότητα — γιατί για εμάς το περιεχόμενο δεν είναι απλώς ενημέρωση, είναι εμπειρία.

Life / Style / Moments — όπως τα ζεις.

Share This Article